Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

ξέρεις εσύ μήπως τι είναι ευτυχία?

ξέρεις εσύ μήπως τι είναι ευτυχία?








Αξημέρωτα σηκώθηκα καθώς
ερχόταν από την ανοιχτή πόρτα οι μυρωδιές της γης
μετά από την χθεσινοβραδινή βροχούλα,
χώμα βρεγμένο, ανάκατα με τα ξερόχορτα από τα
χωράφια και το κίτρινο γιασεμί πλάι στο νυχτολούλουδο
κι έτσι προτίμησα να καθίσω στο σκαμνάκι μου έξω,
ακουμπισμένη στα ξύλινα κάγκελα, τυλιγμένη με
μια εσάρπα γιατί έκανε ψύχρα το ξημέρωμα
και άφησα το μυαλό μου να φέρει γύρες σε λέξεις,
πράξεις, παλιά και καινούργια.
Αναρωτήθηκα τι είναι Ευτυχία και άνοιξα το
ντουλάπι του μυαλού , έβγαλα με προσοχή
αυτή την παλιά ζυγαριά και άρχισα να μαζεύω ...
Από την μια έβαζα σταγόνες Δηλητήριο κι από
την άλλη κύβους Ζάχαρης ...
Έβγαιναν περισσότερες οι πικρές σταγόνες,
μα και πάλι ...
οι κύβοι της Ζάχαρης ήταν πιο βαρείς ...
Έπρεπε κανονικά να τραβήξουν κάτω την ζυγαριά
να σταθεί επάνω το πιατάκι με τις σταγόνες όμως όχι
το Δηλητήριο δεν έλεγε ν΄  ανυψωθεί κι έτσι  τα έριξα
και τα δυο σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι ...
Μα
και πάλι οι κύβοι της Ζάχαρης αρνήθηκαν να ρουφήξουν
το Δηλητήριο, ούτε που καταδέχτηκαν ν΄ ανακατωθούν μαζί του!
Το άφησαν μαύρο κι έρημο να κάθεται στον πάτο και
οι ολόλευκοι κρύσταλλοι ανέβηκαν στην επιφάνεια.
Σε κάθε αναμέτρηση  η  Ζάχαρη νικούσε στο
μυαλό μου το απλό κι ανθρώπινο και έτσι έβγαλα το
συμπέρασμα πως  ακόμα και λίγες στιγμές Ευτυχίας
φτάνουν για να σκεπάσουν κάθε πίκρα και να δώσουν
χαμόγελο  και  ελπίδα και όνειρα !
Ευτυχία είναι να ανακαλύπτεις  αυτό
 
ένα ετοιμοθάνατο τυφλό μωρό
 
να το φροντίζεις
Ευτυχία είναι να το βλέπεις  να ζει
 

Ευτυχία είναι κι αυτό ,  μια βόλτα μέχρι την μικρή λίμνη στο βουνό
 

Ευτυχία να βλέπεις γύρω σου την ζωή να γεννιέται
 
Ευτυχία είναι να ανακαλύπτεις το θαύμα της τεχνικής
για το χτίσιμο μιας φωλιάς
 

Ευτυχία είναι .... oι άνθρωποι που σ΄ αγαπούν,  
το συννεφιασμένο τους πρόσωπο για σένα, 
τα χαμόγελα των παιδιών, ο ουρανός που αλλάζει χρώματα 
ανάλογα με την διαθεσή του, 
ο ήλιος που βγαίνει κάθε πρωί ...
Ευτυχία είναι που σου δόθηκε το δώρο της ζωής 




Λοιπόν  αυτό που έμαθα είναι πως παντού μπορείς να βρεις την ευτυχία
φτάνει να  ανοίξεις  πρώτα την καρδιά σου και μετά τα μάτια σου και 
θα την  ανακαλύψεις ...

Σίγουρα όμως δεν θα την βρεις αν ο στόχος σου είναι η λέξη και μόνο
κι όχι το νοημά της.

 Levina





το νόμισμα

το νόμισμα

 
 
 
 
 
 
 
 
Τα βράδια κοιμάμαι στην βροχή , επάνω σε ένα παγκάκι ξύλινο
κι όνειρα κάνω κοιτώντας ένα συννεφιασμένο ουρανό κάτω
από ένα υπόστεγο τσίγκινο.
 
 
Αξημέρωτα δυνάμωσε σήμερα η βροχή κι ο θόρυβος
τόσο μονότονος από τις πέτρες σταγόνες που ρίχνει ο Θεός
σαν κατάρες πέφτουν στο γένος το ανθρώπινο.
 
 
Σηκώνομαι σαν φτάνουν οι εργάτες , κάθε πρωί οι ίδιοι,
χωμένοι στα φτηνά παλτά τους να περιμένουν το πρώτο
δρομολόγιο κι εγώ σε μιαν άκρη καθισμένη με το κεφάλι
στις παλάμες μου χωμένο να κρύβω το προσωπό μου.
 
 
Κάποιος αφήνει στην ποδιά μου ένα νόμισμα μεταλλικό
όλο τον κόσμο θα αγόραζα με αυτό  ‘ δεν με νοιάζει την
αξία του να δω , μόνο το χέρι βάζω στην καρδιά  σε
μια σιωπηλή κίνηση να πω ευχαριστώ.
 
 
Τον χρόνο αφήνω να περάσει σφικτά κρατώντας
τον μικρό μου θησαυρό  κι εκεί προς το μεσημεράκι 
βγαίνω στης πόλης τους δρόμους τους βρεγμένους
αθόρυβα γλυστράω δίπλα σε ομπρέλες, αδιάβροχα,
βιαστικούς διαβάτες με πρόσωπα αδιάφορα.
 
 
Το είδωλο μου δεν υπάρχει στις βιτρίνες’ δεν καταδέχεται
τ΄ αστραφτερό γυαλί  Ένα της πόλης Αερικό  και τον
μικρό μου θησαυρό στον πάγκο του φούρναρη δειλά
αφήνω χωρίς να σηκώσω τα μάτια να τον δω κι εκείνος
μου πετάει ένα ψωμί θέλοντας να τον ξεφορτωθώ
αδιάφορα ρίχνοντας τον θησαυρό  μου στο συρτάρι.
 

Τι περίεργο αλήθεια, ποτέ δεν κοιτά το νόμισμα που του αφήνω
μα έχω την εντύπωση πως είναι εκείνος που έρχεται τα πρωινά
για να με βρει , εκείνος είναι που Χειμώνες Καλοκαίρια 
σαν φάντασμα περαστικό , δίχως μάτια και μιλιά  αυτό που
με κρατάει στην ζωή , ένα νόμισμα μεταλλικό στην ποδιά μου αφήνει.
 

Levina











Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

Θέλω να αναγνωρίζω..

Θέλω να αναγνωρίζω..




.. τη μυρωδιά σου 
πάνω στα ρούχα μου 
και στο δέρμα μου



Θέλω να ακούω το δυνατό σου γέλιο. 
Θέλω να είσαι χαρούμενος 
και αυτή η χαρά να μου ανήκει.

Θέλω μαζί να ξεφεύγουμε από το χαζό πεπρωμένο.


CRAVE SARAH KANE

Χωρίς λέξη καμιά..

Χωρίς λέξη καμιά..


..Αγαπώ



να σε λατρεύω.


Κική Δημουλά «Κονιάκ Μηδέν Αστέρων»



Κική Δημουλά «Κονιάκ Μηδέν Αστέρων»

Πώς εκφράζεται στο ποίημα η αίσθηση της χαμένης ευτυχίας;

Το Κονιάκ Μηδέν Αστέρων αποτελεί εν γένει την ποιητική έκφραση της χαμένης ευτυχίας, καθώς το ποίημα στην ολότητά του αναφέρεται στο χαμό του συζύγου της ποιήτριας και όσων έζησαν ή θα μπορούσαν ακόμη να ζήσουν μαζί. Οι πρώτες κιόλας εικόνες του ποιήματος που εκφράζονται με τις προσωποποιήσεις των δακρύων, της αταξίας και του ανώφελου, μας εισάγουν σ’ έναν κόσμο απώλειας, όπου έχει επικρατήσει ο ασίγαστος πόνος, η διάλυση των στοιχείων που συνέθεταν τη ζωή της ποιήτριας και η αίσθηση της ματαιότητας. Ο χαμός του αγαπημένου της ποιήτριας έχει επιφέρει βαθιές αλλαγές στον τρόπο που η ποιήτρια αντικρίζει τον κόσμο γύρω της και όλα αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του ανώφελου. Τίποτε δεν έχει ουσιαστική αξία τώρα που εκείνος δεν υπάρχει πια κοντά της και τίποτε δεν μπορεί να φέρει πίσω τη χαρά του παρελθόντος. Τότε όλα ήταν γεμάτα χαρά και αισιοδοξία, «και που δεν ήταν τότε θάλασσα», ενώ τώρα το μόνο που απομένει στην ποιήτρια είναι οι αναμνήσεις «σιγά – σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη».
Η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας γίνεται ακόμη πιο έντονη με τη σύγκριση ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του ποιήματος, καθώς βλέπουμε το επώδυνο παρόν της ποιήτριας να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν της που ήταν γεμάτο ευτυχία και κάθε τι έμοιαζε να κρύβει κάποια καινούρια περιπέτεια, κάποια καινούρια αφορμή χαράς και διασκέδασης. Από τη μία ο πόνος της απώλειας και από την άλλη η ευτυχία της παρουσίας και της κοινής διαδρομής, με μόνο συνεκτικό δεσμό τη μνήμη και τις φωτογραφίες, τα θραύσματα δηλαδή ενός τόσο έντονου και ζωντανού παρελθόντος.
Τα λόγια των δακρύων μας δίνουν την εικόνα που επικρατεί από τη στιγμή που χάθηκε ο σύζυγος της ποιήτριας, ενώ η κυριαρχία της θάλασσας μας δείχνει πόσο γεμάτη ευτυχία υπήρξε η ζωή της ποιήτριας όσο εκείνος ζούσε και ήταν μαζί της. Ο πόνος του παρόντος, που δε γνωρίζει παρηγοριά, μας δίνει το μέτρο της αντίθεσης ανάμεσα στην ευτυχία που η ποιήτρια είχε την ευκαιρία να ζήσει κοντά στο σύζυγό της και στο πόσο υποφέρει τώρα που εκείνος δεν υπάρχει πια.

Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/07/blog-post_9171.html#ixzz2zv4hubVx

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

fila me- RIFIFI

Στη λάμψη των ματιών σου





















Στη λάμψη των ματιών σου
αποκοιμήθηκα,
και είδα το φως
να πλημμυρίζει την ψυχή μου.
Τι είναι αυτό αναρωτήθηκα
που την καρδιά μου κάνει
να χτυπά;
Και ξαφνικά σ’ αγγίζω
και νοιώθω την καρδιά σου να χτυπά.
Τώρα κατάλαβα πόσο κοντά
είναι αυτό που ψάχνω.
Είναι η δική σου η καρδιά…
ανάγερτος