Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

EX AERE FACTUS



EX AERE FACTUS

Με ποιο απ' τα ονόματά Σου να Σε κράξω,
σε ποιο απ' τα ονόματά Σου απαντάς,
πώς μου ζητάς, σαν μ' έφτιαξες, ν' αλλάξω -
ψυχή από μπρούντζο, γέννημα φωτιάς.

Εσύ που θα με σβήσεις, με ανάβεις.
Στη Γη Σου πώς αλλιώς να πορευτώ;
Χαλκό με θέλησες, χαλκό θα λάβεις.
Συγχώρα με· μα δε Σε συγχωρώ.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Τρέφω τον Τίγρη


Τρέφω τον Τί

Τρέφω τον Τίγρη

Τρέφω τον Τίγρη με φιλιά
ή με την έλλειψή τους·
κι αυτός
ο πάντα εγρήγορος
ξανά πεινάει για λέξεις.

Ώρες κρυφές που απώλεσα
και ειπώθηκες
κι έγινες πλήγμα θάνατος σκιά
σιωπή αυστηρή
που άτεγκτα διδάσκει
το εφήμερο και το φαιδρό της κατοχής
το παραμόνιμο και το απαράγραπτο
του ειπωμένου.

Κι αν το να σ’ έχωκάπως μου χαρίστηκε
το να σε πω το ‘χω κερδίσει.

Ζωή Ο Μακρινός μού έδωσες
και όση πύκνωσα φωνή
Σού επιστρέφω.


© Θεοδόσης Βολκώφ

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΛΛΩΝ




ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΛΛΩΝ


Θεέ μου, όχι πάλι, πάλι αυτό –
γελάκια, βλέμματα, το σύνηθες παιχνίδι,
κάποιο βαριεστημένο θηλυκό
και η κατάληξη ασφαλώς που ξέρεις ήδη.
Σύζυγοι, φιλενάδες, σαστικιές,
γνωστά παράπονα, ελπίδες διαψευσμένες,
γυναίκες πρόθυμες πλην δανεικές
και ασφαλέστατα Κυρίες εγνωσμένες.

Αφήνει αυτό μια γεύση λασπουριάς
μονότροπης χιλιοπαιγμένης κωμωδίας·
στον ρόλο εξωτικού πτηνού κρατάς,
κρατάς ενώπιον Θεού και κοινωνίας,
με τις κοινότατές σου πρακτικές,
δεσμούς και γάμους και αρραβώνες ακεραίους·
τις σχέσεις κάνεις κι άλλο ρυπαρές
και τους ανθρώπους για το βιος τους πιο βεβαίους.

Στον εαυτό σου τώρα ομολογείς
αυτό που έγινε ξεκάθαρο ή μάλλον 
εκείνο που δεν ήθελες να δεις –
να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων.

© Θεοδόσης Βολκώφ

Ο DON JUAN ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ


Ο DON JUAN
ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΗΠΟ


Ελάτε κι όλες γύρω μου καθίστε,
οι αγάπες μου οι μικρές και οι μεγάλες·
αυτές που χάρηκα μα και οι άλλες
που δεν μες στις αγάπες μου αριθμείσθε.

Γυμνές μέσα στη σκέψη μου όλες τρέξτε
κι η μια την άλλη τώρα καμαρώστε,
αγκαλιαστείτε, φιληθείτε, ξεσαλώστε,
κάθε λογής παιχνίδια αγάπης παίξτε.

Και τραγουδήστε εν χορώ στον Don Giovanni
λόγια γλυκά, του Έρωτα, δοξάστε
αυτόν που απ’ την Αγάπη έχει πεθάνει
φορές μυριάδες ζωντανός κι ακόμα
το γέρικο κορμί του αγκαλιάστε
φορά στερνή στου θάνατου το στρώμα.

Και πείτε του ψιθυριστά, σαν χάδι,
– προτού πατήσει των Νεκρών τη Νήσο–
σαν φως μπροστά στο αδήριτο σκοτάδι,

«Απόψε έσει μεθ’ ημών εν παραδείσω».



© Θεοδόσης Βολκώφ

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ
 ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

 Του Ααρών Μνησιβιάδη

Μια προσευχή να πω. Μια προσευχή,
βγαλμένη απ’ των βουβώνων μου τον σάλο
κι από των σπλάχνων μου την ταραχή.
Με τη σπασμένη μου φωνή να ψάλω
αυτό που υπήρξε ανέλπιστα μεγάλο
και γέννησε τον Ίμερο της Λέξης…
Μα τώρα, Πρίγκιπα, βουβός ασχάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Σ’ εσένα, Μαύρε Πρίγκιπα, Εραστή,
που φλέγεσαι απ’ τη μελανή σου άλω,
του γυναικείου ζώου δαμαστή,
προσεύχομαι· μα τι να καταβάλω
στον οχεικό παραδομένος ζάλο
ως τίμημα… Τη νύχτα αυτή ας στέρξεις…
Το σώμα της. Δεν θέλω τίποτ’ άλλο.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, Εραστή και Ποιητή,
τις λέξεις σού αποδίδω που θα βγάλω
από το νικημένο μου κορμί
όπως μαζί μαραίνομαι και θάλλω.
Δεν θέλω πια ως Λόγος ν’ αναπάλλω.
Μα, Πρίγκιπα, γοργός ας με συντρέξεις.
Τον ποιητή γυρεύω ν’ αποβάλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.

Πρίγκιπα, ηττήθηκα. Το πνεύμα εάλω.
Κι αν δεν μπορείς σ’ αυτή να μ’ επιστρέψεις,
ζητώ τουλάχιστον σιωπή – κι ας σφάλλω.
Ελέησον. Με στίχους μη μ’ εμπαίξεις.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

ξέρεις εσύ μήπως τι είναι ευτυχία?

ξέρεις εσύ μήπως τι είναι ευτυχία?








Αξημέρωτα σηκώθηκα καθώς
ερχόταν από την ανοιχτή πόρτα οι μυρωδιές της γης
μετά από την χθεσινοβραδινή βροχούλα,
χώμα βρεγμένο, ανάκατα με τα ξερόχορτα από τα
χωράφια και το κίτρινο γιασεμί πλάι στο νυχτολούλουδο
κι έτσι προτίμησα να καθίσω στο σκαμνάκι μου έξω,
ακουμπισμένη στα ξύλινα κάγκελα, τυλιγμένη με
μια εσάρπα γιατί έκανε ψύχρα το ξημέρωμα
και άφησα το μυαλό μου να φέρει γύρες σε λέξεις,
πράξεις, παλιά και καινούργια.
Αναρωτήθηκα τι είναι Ευτυχία και άνοιξα το
ντουλάπι του μυαλού , έβγαλα με προσοχή
αυτή την παλιά ζυγαριά και άρχισα να μαζεύω ...
Από την μια έβαζα σταγόνες Δηλητήριο κι από
την άλλη κύβους Ζάχαρης ...
Έβγαιναν περισσότερες οι πικρές σταγόνες,
μα και πάλι ...
οι κύβοι της Ζάχαρης ήταν πιο βαρείς ...
Έπρεπε κανονικά να τραβήξουν κάτω την ζυγαριά
να σταθεί επάνω το πιατάκι με τις σταγόνες όμως όχι
το Δηλητήριο δεν έλεγε ν΄  ανυψωθεί κι έτσι  τα έριξα
και τα δυο σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι ...
Μα
και πάλι οι κύβοι της Ζάχαρης αρνήθηκαν να ρουφήξουν
το Δηλητήριο, ούτε που καταδέχτηκαν ν΄ ανακατωθούν μαζί του!
Το άφησαν μαύρο κι έρημο να κάθεται στον πάτο και
οι ολόλευκοι κρύσταλλοι ανέβηκαν στην επιφάνεια.
Σε κάθε αναμέτρηση  η  Ζάχαρη νικούσε στο
μυαλό μου το απλό κι ανθρώπινο και έτσι έβγαλα το
συμπέρασμα πως  ακόμα και λίγες στιγμές Ευτυχίας
φτάνουν για να σκεπάσουν κάθε πίκρα και να δώσουν
χαμόγελο  και  ελπίδα και όνειρα !
Ευτυχία είναι να ανακαλύπτεις  αυτό
 
ένα ετοιμοθάνατο τυφλό μωρό
 
να το φροντίζεις
Ευτυχία είναι να το βλέπεις  να ζει
 

Ευτυχία είναι κι αυτό ,  μια βόλτα μέχρι την μικρή λίμνη στο βουνό
 

Ευτυχία να βλέπεις γύρω σου την ζωή να γεννιέται
 
Ευτυχία είναι να ανακαλύπτεις το θαύμα της τεχνικής
για το χτίσιμο μιας φωλιάς
 

Ευτυχία είναι .... oι άνθρωποι που σ΄ αγαπούν,  
το συννεφιασμένο τους πρόσωπο για σένα, 
τα χαμόγελα των παιδιών, ο ουρανός που αλλάζει χρώματα 
ανάλογα με την διαθεσή του, 
ο ήλιος που βγαίνει κάθε πρωί ...
Ευτυχία είναι που σου δόθηκε το δώρο της ζωής 




Λοιπόν  αυτό που έμαθα είναι πως παντού μπορείς να βρεις την ευτυχία
φτάνει να  ανοίξεις  πρώτα την καρδιά σου και μετά τα μάτια σου και 
θα την  ανακαλύψεις ...

Σίγουρα όμως δεν θα την βρεις αν ο στόχος σου είναι η λέξη και μόνο
κι όχι το νοημά της.

 Levina





το νόμισμα

το νόμισμα

 
 
 
 
 
 
 
 
Τα βράδια κοιμάμαι στην βροχή , επάνω σε ένα παγκάκι ξύλινο
κι όνειρα κάνω κοιτώντας ένα συννεφιασμένο ουρανό κάτω
από ένα υπόστεγο τσίγκινο.
 
 
Αξημέρωτα δυνάμωσε σήμερα η βροχή κι ο θόρυβος
τόσο μονότονος από τις πέτρες σταγόνες που ρίχνει ο Θεός
σαν κατάρες πέφτουν στο γένος το ανθρώπινο.
 
 
Σηκώνομαι σαν φτάνουν οι εργάτες , κάθε πρωί οι ίδιοι,
χωμένοι στα φτηνά παλτά τους να περιμένουν το πρώτο
δρομολόγιο κι εγώ σε μιαν άκρη καθισμένη με το κεφάλι
στις παλάμες μου χωμένο να κρύβω το προσωπό μου.
 
 
Κάποιος αφήνει στην ποδιά μου ένα νόμισμα μεταλλικό
όλο τον κόσμο θα αγόραζα με αυτό  ‘ δεν με νοιάζει την
αξία του να δω , μόνο το χέρι βάζω στην καρδιά  σε
μια σιωπηλή κίνηση να πω ευχαριστώ.
 
 
Τον χρόνο αφήνω να περάσει σφικτά κρατώντας
τον μικρό μου θησαυρό  κι εκεί προς το μεσημεράκι 
βγαίνω στης πόλης τους δρόμους τους βρεγμένους
αθόρυβα γλυστράω δίπλα σε ομπρέλες, αδιάβροχα,
βιαστικούς διαβάτες με πρόσωπα αδιάφορα.
 
 
Το είδωλο μου δεν υπάρχει στις βιτρίνες’ δεν καταδέχεται
τ΄ αστραφτερό γυαλί  Ένα της πόλης Αερικό  και τον
μικρό μου θησαυρό στον πάγκο του φούρναρη δειλά
αφήνω χωρίς να σηκώσω τα μάτια να τον δω κι εκείνος
μου πετάει ένα ψωμί θέλοντας να τον ξεφορτωθώ
αδιάφορα ρίχνοντας τον θησαυρό  μου στο συρτάρι.
 

Τι περίεργο αλήθεια, ποτέ δεν κοιτά το νόμισμα που του αφήνω
μα έχω την εντύπωση πως είναι εκείνος που έρχεται τα πρωινά
για να με βρει , εκείνος είναι που Χειμώνες Καλοκαίρια 
σαν φάντασμα περαστικό , δίχως μάτια και μιλιά  αυτό που
με κρατάει στην ζωή , ένα νόμισμα μεταλλικό στην ποδιά μου αφήνει.
 

Levina